|
|
 |
|
Αρχ. Εκλογές 20ου Aιώνα |
|
 |
|
|
Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα είχαμε έξη εκλογικές αναμετρήσεις και οι έξη Προκαθήμενοι της Εκκλησίας της Κύπρου υπηρέτησαν την Αρχιεπισκοπή για 79 μόνο χρόνια, ενώ τα άλλα 21 χρόνια ο θρόνος χήρευε λόγω αντιπαραθέσεων και προστριβών μεταξύ των Ιεραρχών μας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος Λεόντιος, παρέμεινε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο για 37 μόλις μέρες, λόγω θανάτου του.
Στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο εκλέγησαν κατά χρονολογική σειρά, ο Κύριλλος Β΄ γνωστός ως Κυριλλάτσος λόγω του γεροδεμένου αναστήματός του 1909-1916, ο Κύριλλος Γ΄ γνωστός ως Κυριλλούδι λόγω του ότι ήτο μικρόσωμος 1916-1933, ο Λεόντιος το 1947 για μόνο 37 μέρες, ο Μακάριος Β΄ 1947-1950, ο Μακάριος Γ΄ 1950-1977 και ο κ.κ. Χρυσόστομος από το 1977 μέχρι σήμερα, αλλά λόγω του ατυχήματος που είχε στην Αρχιεπισκοπή το 2002, δυστυχώς αδυνατεί να ανταποκριθεί στα Αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα.
Σε πολύ αδρές γραμμές μπορούμε να σημειώσουμε για το θέμα τα πιο κάτω.
|
|
|
Με το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου Γ΄το 1900 και τον προηγούμενο θάνατο του Μητροπολίτη Πάφου Επιφανείου το 1899, η Εκκλησία μας έμεινε με δυο μόνο Ιεράρχες, τον Κύριλλο Κιτίου (Κυριλλάτσο) και τον Κύριλλο Κυρηνείας (Κυριλλούδι). Ο πρώτος ήτο ανένδοτος κήρυκας της άμεσης Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, ενώ ο δεύτερος εθεωρείτο μετριοπαθής και αντιπροσώπευαν τις αντίστοιχες τάσεις μεταξύ του κυπριακού λαού.
Οι έντονες αντιπαραθέσεις των δυο Ιεραρχών, δίχασαν και φανάτισαν τον λαό με επακόλουθο τις προσωπικές αλληλοκατηγορίες και τις ακρότητες.
Για να επέλθει συνεννόηση και ηρεμία στην Εκκλησία της Κύπρου, είχαμε τις παρεμβάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και αυτής ακόμα της αγγλικής κυβέρνησης.
Σε κάποιο στάδιο, φάνηκε ότι ίσως να προχωρούσαν οι διαδικασίες για εκλογή Αρχιεπισκόπου, αφού είχαν εκλεγεί οι ειδικοί και γενικοί αντιπρόσωποι, αλλά έγιναν τόσες πολλές ενστάσεις κατά του κύρους των εκλογών, που δεν επέτρεψαν να προχωρήσουν οι διαδικασίες για την εκλογή. Ενώ οι αλληλοκατηγορίες συνεχίζονταν όλο και πιο έντονες.
Το 1908 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ, μετά από όλα αυτά τα παρατράγουδα, αποφάσισε να δώσει λύση στο πρόβλημα με την εκλογή του Κυρίλλου Κυρηνείας ως Αρχιεπισκόπου. Οι οπαδοί του Κυρίλλου Κιτίου αντέδρασαν πολύ έντονα πραγματοποιώντας ογκωδέστατο συλλαλητήριο στη Λευκωσία και οι συμμετέχοντες σ’αυτό, προχώρησαν προς την Αρχιεπισκοπή για να εμποδίσουν την ενθρόνιση του Κυρίλλου Κυρηνείας. Η ενέργεια αυτή θορύβησε τον Άγγλο κυβερνήτη ο οποίος έδωσε διαταγή στα αγγλικά στρατεύματα να εκκενώσουν την Αρχιεπισκοπή, κάτι που έγινε.
Προσπάθεια για επίλυση του προβλήματος κατεβλήθη και από το Νομοθετικό Συμβούλιο, θέτοντας σε ισχύ νόμο που θέσπισε το 1908 και ανέθετε στον Κύριλλο Κιτίου τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούσαν την εκλογή του Αρχιεπισκόπου, με την υποχρέωση να καλέσει τρεις Ιεράρχες από γειτονική Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τελικά το πρόβλημα λύθηκε το 1909 με τη παρέμβαση αποστολής από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.
Ο Κύριλλος Κυρηνείας δεν διεκδίκησε εκλογή στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο και έτσι ομόφωνα αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος,ο Κύριλλος Κιτίου.
Οι αντιπαραθέσεις και ακρότητες συνεχίζονται και μετά την εκλογή του Κυρίλλου Β, μόνο μετά από παρέμβαση αποστολής και πάλι του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας το 1910, οι δυο Ιεράρχες συναντήθηκαν στο Μετόχι Κύκκου, όπου μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις έδωσαν τέλος στη μεταξύ τους αντιπαλότητα.
Ο Κύριλλος Β΄ υπηρέτησε την Αρχιεπισκοπή μέχρι το 1916, κοιμήθηκε στις 6 Ιουλίου 1916.
Ο Κύριλλος Β΄ γεννήθηκε στο χωριό Πρόδρομος στις 26 Οκτωβρίου 1845 και σε ηλικία 15 χρονών πήγε υπότροφος κοντά στον τότε Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Α΄. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων.
Το 1889 εκλέγηκε Μητροπολίτης Κυρηνείας, μετά τέσσερα χρόνια πήγε στη Μητρόπολη Κιτίου ιεραρχικά ανώτερη της Μητρόπολης Κυρηνείας και το 1909 εκλέγηκε Αρχιεπίσκοπος.
|
|
|
Με το θάνατο του Κυρίλλου Β΄, τον χηρεύσαντα Αρχιεπισκοπικό Θρόνο διεκδίκησαν, ο Μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος, ο Μητροπολίτης Κύριλλος Κυρηνείας, ο Ηγούμενος Κύκκου Κλεόπας και ο Αρχιμανδρίτης Μακάριος Μυριανθέας ο μετέπειτα Μακάριος Β'.
Δυστυχώς και αυτές οι εκλογές διεξήχθησαν μέσα σε τεταμένο κλίμα, λόγω των αντιπαραθέσεων στην Ελλάδα μεταξύ Βασιλιά και Βενιζέλου, αντιπαράθεση που μεταφέρθηκε στη Κύπρο και οι υποψήφιοι ιερωμένοι μας χωρίστηκαν σε βασιλόφρονες και βενιζελικούς.
Ευτυχώς, το πάθημα των προηγούμενων εκλογών, έγινε μάθημα στο κυπριακό λαό και απέφυγε το φανατισμό και τις ακρότητες, όμως ο τύπος της εποχής ανέλαβε αυτός τη συντήρηση της αντιπαράθεσης, τασσόμενες η κάθε μια εφημερίδα με τον υποψήφιο που προτιμούσε.
Ο τότε Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου Μητροπολίτης Πάφου Ιάκωβος Αντζουλάτος, που ας σημειωθεί δεν ενδιαφέρθηκε για εκλογή του, συγκάλεσε την εκλογική συνέλευση για τις 11 Νοεμβρίου1916, που την αποτελούσαν 66 γενικοί αντιπρόσωποι και 11 οφφικιάλιοι. ( Η εκλογή των ειδικών αντιπροσώπων έγινε στις 21 Αυγούστου 1916.)
Παρά τες προβλέψεις του τύπου της εποχής, τις εκλογές που έγιναν με τη χρήση κάλπης, κέρδισε ο Κύριλλος Γ΄(Κυριλλούδι) και έμεινε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο για 17 χρόνια 1916-1933.
Ο Κύριλλος Γ΄ γεννήθηκε στο χωριό Πραστειό Μεσαορίας το 1859 και σε ηλικία 13 χρονών πήγε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Κύκκου. Σπούδασε Φιλοσοφία και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Εκλέγηκε Μητροπολίτης Κυρηνείας το 1895 και το 1916 Αρχιεπίσκοπος.
|
|
|
Με τη κοίμηση του Κυρίλλου Γ΄ η Εκκλησία της Κύπρου μένει με ένα μόνο Ιεράρχη τον Λεόντιο Πάφου, γιατί όπως είναι γνωστό, μετά τα Οκτωβριανά (τα επεισόδια στο Κυβερνείο) οι Άγγλοι απέλασαν μαζί με τες άλλες προσωπικότητες της ελληνοκυπριακής κοινότητας και τους Μητροπολίτες Κιτίου Νικόδημο Μυλωνά και Μητροπολίτη Μακάριο Κυρηνείας, κατηγορώντας τους ως υποκινητές των επεισοδίων.
Ο Λεόντιος στη διάρκεια των Οκτωβριανών βρισκόταν εκτός Κύπρου, γιατί εκπροσωπούσε την Εκκλησία της Κύπρου σε δυο συνέδρια, το ένα στο Λονδίνο και το άλλο στη Βόννη.
Οι Άγγλοι φυσικά δεν αγνόησαν τον Λεόντιο, γι’αυτό, του έθεσαν ως όρο για να του επιτραπεί να επιστρέψει, όπως δηλώσει γραπτώς ότι δεν θα αναμειγνυόταν στα πολιτικά πράγματα του τόπου. Με υπόδειξη του τότε Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄, έκαμε τη δήλωση, την οποία φυσικά δεν τήρησε και οι Άγγλοι τον δίκασαν και καταδίκασαν επανειλημμένα σε περιορισμό στην Πάφο.
Με τον θάνατο του Κυρίλλου Γ΄, ο Λεόντιος μόνος Ιεράρχης, είχε να αντιμετωπίσει τα πάρα πολλά προβλήματα της Εκκλησίας και επί πλέον άδικες κατηγορίες. Όταν προσπαθούσε να τροχιοδρομήσει τις εκλογές, τον κατηγορούσαν ότι εκμεταλλευόταν την απουσία των άλλων Ιεραρχών, όταν ανέβαλλε τις διαδικασίες και πάλι τον κατηγορούσαν ότι ήθελε να παραμείνει ως Τοποτηρητής.
Πέραν των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο Λεόντιος, προστέθηκαν και δυο νόμοι του Άγγλου Κυβερνήτη Πάλμερ, σύμφωνα με τους οποίους δεν επιτρεπόταν η εκλογή Αρχιεπισκόπου μη Κύπριου και ακόμη, ο πολύς Πάλμερ, είχε την εξουσία να εγκρίνει ή μη τον Ιεράρχη που θα εκλεγόταν Αρχιεπίσκοπος.
Με αυτούς τους απαράδεχτους νόμους, οι αποικιοκράτες εξουδετέρωσαν την προσπάθεια λύσης του αδιεξόδου που προέκυψε από συμφωνία Λεοντίου και Μακαρίου Κυρηνείας σε συνάντηση στην Αθήνα, σύμφωνα με την οποία θα έρχονταν στη Κύπρο ο Τραπεζούντος Χρύσανθος και Σιναίου Πορφύριος ώστε να αποτελούν κανονική Σύνοδο με τον Λεόντιο.
Σε μια άλλη προσπάθειά το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εισηγήθηκε την παραίτηση των δυο Μητροπολιτών και την εκλογή νέων, εισήγηση που δεν έγινε αποδεχτή απο τους εξόριστους Ιεράρχες.
Το 1937 ο Λεόντιος σε συνάντηση με τον Κυρηνείας Μακάριο στην Αθήνα και τον Κιτίου Νικόδημο στα Ιεροσόλυμα, συμφώνησαν οπως οι εξόριστοι Μητροπολίτες διορίσουν αντιπροσώπους τους στην όλη διαδικασία και ο Λεόντιος να μη διεκδικήσει τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο. Και αυτή η προσπάθεια δεν καρποφόρησε γιατί ο Κιτίου Νικόδημος λίγες μέρες αργότερα, κοιμήθηκε στην εξορία.
Τελικά λύση στο πρόβλημα δόθηκε μετά τη λήξη του παγκοσμίου πολέμου, όταν οι Άγγλοι επέτρεψαν στο Μακάριο Κυρηνείας να επιστρέψει στη Κύπρο. Ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος, όπως είδαμε προηγουμένως κοιμήθηκε στην εξορία το 1937.
Μετά την επιστροφή του Μακαρίου Κυρηνείας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να βοηθήσει τη διαδικασία εκλογής του Αρχιεπισκόπου, αφού ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας προνοούσε τρεις Ιεράρχες για να είναι έγκυρη η Σύνοδος, έστειλε στη Κύπρο τον Μητροπολίτη Δέρκων Ιωακείμ.
Δυστυχώς το ελληνικό σαράκι έκανε και πάλι το θαύμα του, ο κυπριακός λαός χωρίστηκε σε αυτούς που ήθελαν άμεσα την Ένωση και τους μετριοπαθείς διαλλακτικούς. Τους πρώτους εκπροσωπούσε ο Μακάριος Κυρηνείας και τους δεύτερους ο Λεόντιος.
Για αποφυγή κρίσης, ο Δέρκων Ιωακείμ κάλεσε τους δυο Ιεράρχες να δηλώσουν ότι δεν ενδιαφέρονταν για εκλογή τους στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο, εισήγηση που αποδέχτηκαν και οι δυο.Η αριστερά όμως δεν δέχτηκε αυτή τη συμφωνία και επέμενε στην εκλογή του Λεοντίου και η δεξιά τότε, υποστείριξε τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Πορφύριο, στις 20 Ιουνίου 1947 ο Λεόντιος εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος, αλλά δηλώνει ότι είχε δεσμευτεί να μη δεχτεί εκλογή του.
Μετά από παρέμβαση του Δέρκων Ιωακείμ, μεταπείστηκε και ενθρονίστηκε ως Αρχιεπίσκοπος, αλλά για 37 μέρες μόνο. Κοιμήθηκε σε ηλικία μόλις 51 ετών. Τότε κυκλοφόρησαν φήμες ότι δηλητηριάστηκε, κάτι που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε.
Ο Λεόντιος γεννήθηκε στη Λεμεσό στις 3 Μαρτίου 1896. Στα δεκαεφτά του χρόνια έγινε μοναχός στη Μονή Αγίου Γεωργίου. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήγε για μεταπτυχιακά στο Κολούμπια και Θεολογική Ακαδημία Νέας Υόρκης.
|
|
|
Τον Λεόντιο διαδέχθηκε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο ο Μακάριος Κυρηνείας που εξελέγηκε χωρίς ανθυποψήφιο.
Όπως έχουμε προαναφέρει, ο Δέρκων Ιωακείμ έφθασε στη Κύπρο ως απεσταλμένος του Οικουμενικού Πατριαρχείου για να βοηθήσει στην πλήρωση του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, την πλήρωση του Μητροπολιτικού Θρόνου Κιτίου μετά τον θάνατο του Κιτίου Νικοδήμου και του Μητροπολιτικού Θρόνου Πάφου που κενώθηκε με την εκλογή του Λεοντίου στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο.
Η Αριστερά δεν ευνοούσε την εκλογή του Μακαρίου, για τη σκληρή του στάση έναντι των Άγγλων και τη επιμονή του για άμεση Ένωση, γι’αυτό προσπάθησε να πείσει τον Δέρκων Ιωακείμ να διεκδικήσει τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο, αλλά μετά από εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο Δέρκων εγκατέλειψε τη νήσο.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄ εκλέγηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1947 και εκοιμήθη στις
28 Ιουνίου 1950.
Ο Μακάριος Β΄ γεννήθηκε στο χωριό Πρόδρομος το 1870, σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στη Κωνσταντινούπολη και τη Θεολογική Σχολή Χάλκης.
Στις 20 Μαρτίου 1917 εξελέγη Μητροπολίτης Κυρηνείας και στις 24 Δεκεμβρίου 1947 Αρχιεπίσκοπος για 30 μήνες.
|
|
|
Μετά τον θάνατο του Μακαρίου Β΄ Τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού Θρόνου ανέλαβε ο Μητροπολίτης Πάφου Κλεόπας.
Μέσα σε πολύ ήρεμο κλίμα προκηρύχθηκαν οι εκλογές και τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο διεκδίκησαν ο Κιτίου Μακάριος και ο Κυρηνείας Κυπριανός που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε αποστολή για να επιδώσει τους τόμους του Ενωτικού Δημοψηφίσματος στις κυβερνήσεις Ελλάδας και Βρετανίας ως επίσης και τα Ηνωμένα Έθνη.
Σε μυστική ψηφοφορία με τη χρήση κάλπης, εξελέγη ο Μακάριος Γ΄ σε ηλικία μόλις 37 χρονών, μια ισχυρή προσωπικότητα, που διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο σε πολλές πτυχές της νεώτερης κυπριακής ιστορίας.
Υπήρξε ο πολιτικός ηγέτης του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ και πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το 1972 οι τότε Μητροπολίτες Πάφου Γεννάδιος, Κιτίου Άνθιμος και Κυρηνείας Κυπριανός αμφισβήτησαν την ορθότητα ανάληψης από τον Αρχιεπίσκοπο του κοσμικού αξιώματος του προέδρου της Δημοκρατίας και του ζήτησαν να παραιτηθεί.
Μετά από αλληλοκαθαιρέσεις οι τρεις Μητροπολίτες απομακρύνθηκαν από τις Μητροπόλεις τους και αντικαταστάθηκαν από τους Πάφου Χρυσόστομο, Κιτίου Χρυσόστομο και τον Κυρηνείας Γρηγόριο. Μετά δημιουργήθηκαν οι Μητροπόλεις Λεμεσού και Μόρφου.
Ο Μακάριος Γ΄απεβίωσε στις 3 Αυγούστου 1977 μετά από το έμφραγμα μυοκαρδίου που υπέστη λίγες μέρες προηγουμένως, σε ηλικία 64 ετών.
Ο Μακάριος Γ΄ γεννήθηκε στη Παναγιά Πάφου το 1913, σε ηλικία 13 χρονών έγινε δόκιμος μοναχός στη Μονή Κύκκου.
Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και με υποτροφία σε Θεολογική Σχολή στις Η.Π.Α.
Στις 8 Απριλίου 1948 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου και στις 20 Οκτωβρίου 1950 Αρχιεπίσκοπος για 27 χρόνια.
|
|
|
Με το θάνατο του Μακαρίου Γ΄, τοποτηρητής ανέλαβε ο Πάφου Χρυσόστομος και μόνος διεκδικητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, εξελέγη ομόφωνα δια βοής στις 12 Νοεμβρίου 1977.
Πρόθεση να διεκδικήσει εκλογή του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, επέδειξε και ο τότε Μητροπολίτης Λεμεσού Χρύσανθος, όμως όπως ελέχθη τότε, δέχθηκε πιέσεις προσωπικά και η Μητρόπολή του βομβιστική επίθεση, γι’αυτό δεν διεκδίκησε εκλογή.
Από τις 27 Απριλίου 2002, που ο Αρχιεπίσκοπος είχε ατύχημα στην Αρχιεπισκοπή, δυστυχώς δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του.
Ο κ.κ. Χρυσόστομος γεννήθηκε στο Στατό της Πάφου το 1927 και σε μικρή ηλικία έγινε δόκιμος μοναχός στη Μονή Κύκκου.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική και Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 28 Ιουλίου 1973 εξελέγη δια βοής Μητροπολίτης Πάφου και το 1977 Αρχιεπίσκοπος.
Σήμερα όλοι προσευχόμαστε όπως ο Θεός βοηθήσει τους Ιεράρχες μας να δώσουν τη πιο σωστή λύση στο πρόβλημα που προέκυψε, για το καλό της Εκκλησίας και του Ελληνισμού της Κύπρου.
ISBN: 9963-653-61-8
Αρχιεπισκοπικές Εκλογές στην Κύπρο
Οι Αρχιεπισκοπικές εκλογές του εικοστού αιώνα
Μαρίνου Φρ. Κλεάνθους
|
|
|
|
|